Ο Γιώργης Πέτικας πάτησε κι αυτός το πόδι του στην προκυμαία. 'Ηρθε από την Αμερική, όπου είχε πάει μετανάστης πριν από ένα χρόνο να δουλέψει στα σφαγεία, να προικίσει τρεις αδερφές στα Καρδάμυλα, μπας και πάρουν καραβοκύρη ή καπετάνιο και σωθούν τουλάχιστον αυτές. 'Ηταν η δεύτερη φορά που ερχόταν από την ξενιτιά, είχε κάνει κι ένα χρόνο παλιότερα, τότε που άφησε τη Χίο τουρκική και όταν γύρισε, τη βρήκε Ελλάδα. [...]
«Ο Πέτικας! 'Ολα δικά του ήτανε. Τα κηπάρια· εν ήσπερνεν, εν εθέριζεν, εν ήβαζεν κήπο σαν εμάς που βάζαμεν και ποτίζαμεν, μα όλα δικά του ήτανε. Είχεν κάμει κλεψιές και πιάνουνταν, εξέκοβγε, πιάνουνταν, εξέκοβγε [...] Μοναχός ήτανε. 'Εναν παλικάρι άπαντρον, άπαντρον κι εγύριζεν. 'Οπου εβραδυάζουνταν ήμενε. Στα Διευκά ήταν σ' έναν κατώι, στη Σιερούντα ήταν σ' έναν κατώι, μες στην εκκλησιά επήαινε κι εκοιμούνταν. Ο Πέτικας...»
Η ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε στην παρανομία για ένα έγκλημα πάθους, ή πώς ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε θρύλο. Και πώς αυτός ο θρύλος επιζεί, αυθεντικός ή παραλλαγμένος, μέσα στο χρόνο. Μια μυθοπλασία εμπνευσμένη από την ιστορική μνήμη και τη λαϊκή αφήγηση.
'Ενα μυθιστόρημα-έκπληξη, που ξεφεύγει από τα γνωστά σχήματα της σύγχρονης εκδοτικής παραγωγής.